Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Τάξις και ηθική

Συνεχίζεις να με απογοητεύεις και να μου ξυπνάς τα χειρότερα ένστικτά μου. Και έχω κοπιάσει τόσο για να τα καταπιέσω. Τα ένστικτα εννοώ. Αλλά σε όλα -και στην χειραγώγηση των ενστίκτων- υπάρχει κάποιο όριο. Έτσι πρέπει να είναι, για λόγους επιβίωσης. Αυτό εξυπηρετούν τα ένστικτα, είναι οι φρουροί των γονιδίων. Θα σου φέρω ένα παράδειγμα. Και να θες να στραβοκαταπιείς, δεν θα τα καταφέρεις. Ούτε καν εσύ, που αυτοκτονείς και παρασύρεις κι εμένα μαζί σου με χίλιους άλλους τρόπους. Θα κλείσουν οι φωνητικές χορδές σου, θα σταματήσεις να εισπνέεις το υγρό ή το στερεό, θα βήξεις σαν αρρωστιάρικο μωρό με κοκκύτη και θα τα καταφέρεις. Ακόμα κι εσύ. Μπορεί να πνίγεσαι κάθε μέρα στο ψέμα, αλλά από τροφή δεν θα πνιγείς. Έτσι κι εγώ. Όσο και να θέλω να εξοικειωθώ μαζί σου, μου προκαλείς αηδία. Μην παρεξηγείσαι, δεν το ελέγχω. Είναι, όπως σου είπα, αντανακλαστικό. Κάτι σαν τον εμετό. Μην αποστρέφεις το βλέμμα, σε σένα μιλάω. Σε σένα που ξεφύσηξες με ανακούφιση τώρα που έληξε η απεργία του Μετρό μέσω επίταξης. Σε σένα που τώρα έχεις ένα λόγο παραπάνω να ψηφίσεις τις δυνάμεις της ευθύνης. Σε σένα που τώρα μπορείς να πας ανεμπόδιστος στη δουλειά σου. Ποια δουλειά σου, ρε; Τρεις τους δέκα δεν έχουν δουλειά. Το ξέρεις ή μήπως όχι; Και τι δουλειά, ρε; Απλήρωτη και ανασφάλιστη, με τη δαμόκλειο σπάθη της απόλυσης άνευ λόγου και φυσικά άνευ αποζημίωσης να επικρεμάται της άδειας κεφαλής σου; Σε σένα που ζεις για να δεις να πεθαίνει η κατσίκα του γείτονα, ου μην και ολόκληρο το σόι του. Σε σένα που χαμηλώνεις συνέχεια τον πήχη, που επιζητάς την εξίσωση προς τα κάτω, σε σένα που ζεις για τη στιγμή που θα παίρνουμε όλοι τριακόσια γιούρο. Στ' αρχίδια σου αν είναι μόλις τρία κατοστάρικα, αρκεί που θα παίρνουν όλοι τα ίδια ψίχουλα. Σε σένα που όταν τα εισιτήρια του Μετρό ακρίβαιναν με γεωμετρική πρόοδο και το καθιστούσαν πιο ακριβό και από ταξί στο Τσέλσι του Λονδίνου, περί άλλα ετύρβαζες. Σε σένα που ταλαιπωρείσαι από μια εβδομάδα απεργία στο Μετρό, αλλά απολαμβάνεις τρία χρόνια βιασμό. Σε σένα που δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς έναν μπάτσο στην πόρτα σου, χωρίς ένα δυνάστη πατέρα στο πλευρό σου, χωρίς έναν Γεώργιο Παπαδόπουλο στη συνείδησή σου, χωρίς έναν σατραπη δάσκαλο στην τάξη σου, χωρίς μια Θάτσερ στο χώρο εργασίας σου, χωρίς μια Τρέμη στην οθόνη της τηλεόρασής σου. Σε σένα που καμαρώνεις -φαιδρέ- για το αρχαίο και περήφανο γονίδιό σου και σαπίζεις κάθε απόγευμα στα τούρκικα. Σε σένα που κείτεσαι παράλυτος και ξερχαβαλωμένος σαν παρατημένη μαριονέτα και σηκώνεις το κεφάλι μόνο όταν τραβήξει τα νήματα ο Πρετεντέρης. Και κοιτάς μόνο όπου σε προστάζει ο Πρετεντέρης. Βλέπεις τίποτα προς τα κει που ατενίζεις με το βλέμμα του ροφού; Τίποτα. Τότε, ψόφα. Σε βαρέθηκα. 

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Jo

Χιονάνθρωποι. Μοιχεία. Διάπυροι στέφανοι. Καταψύκτες. Αίθουσες ανατομίας. Συνθέσεις από σάρκα και πάγο. Σφαγιασμένα κοτόπουλα. Ακρωτηριασμένα μέλη κολυμπούν στη φορμόλη. Μούχλα στους τοίχους. Εμμονές που σε κυνηγούν χρόνια τώρα. Σύνδρομο Φαρ. Σύνδρομο Φαρ; Κρύο. Πολύ κρύο. Και τρόμος. Πολύς τρόμος.
Ο Ελρόυ δήλωσε πρόσφατα ότι νιώθει να τον καταδιώκεις σα λυσασμένο πίτμπουλ. Εγώ νομίζω ότι νιώθει το χνώτο σου και ακούει την ανάσα σου να του καίει το σβέρκο και το γυμνό του κρανίο. Όπως τα ένιωθα κι εγώ την εβδομάδα των παθών μου. Είναι θέμα χρόνου, να μπήξεις τα δόντια σου στο εκεί που σφύζουν οι καρωτίδες του και να πάρεις κεφάλι στην κούρσα για τα καλά. Κάθε βιβλίο σου μετατρέπεται στον χειρότερο εφιάλτη μου. Με έκανες να σιχαθώ τους χιονάνθρωπους. Εκλιπαρώ για τον οίκτο σου και σου ζητάω να μου δώσεις πίσω τον ανέφελο και ατάραχο ύπνο μου.
Jo Nesbo, είσαι βρικόλακας.   


Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

Λερναία Ύδρα

Σε μια χώρα που οι γέροι μένουν παρατημένοι σε γκαρσονιέρες-κλουβιά στο Νέο Κόσμο, στην Καλλιθέα ή τα Πατήσια μέχρι να λιώσουν. Σε μια χώρα που όλο και περισσότερα παιδιά είναι υποσιτισμένα, ανασφάλιστα και ανεμβολίαστα. Σε μια χώρα όπου ο ειδικευόμενος γιατρός δηλώνει μεγαλύτερο εισόδημα από τον τραπεζίτη και τον εφοπλιστή. Σε μια χώρα που οι ΕΠΕΝίτες τσεκουροφόροι τραμπούκοι συνασπίζονται με χαμερπείς, ψοφοδεείς αριστερούς για να διασώσουν με κοινοβουλευτικά και νομικά τετρίπια τον σοσιαλιστή εταίρο τους ώστε να μην καταρρεύσει το κυβερνητικό τους εξάμβλωμα και το πετυχαίνουν. Σε μια χώρα όπου ο θύτης μερικών από τις βαρύτερες δημοκρατικές εκτροπές της σύγχρονης ιστοριας της, εν μέσω παραληρήματος, με στόμα που αναβλύζει σκατά και χολή και μάτια που βράζουν από το μίσος δηλώνει αθώος και δικαιωθείς από τις εξελίξεις, παρά το ότι ο επιχειρηματίας στον οποίο έστηνε κώλο και του χάριζε κάμποσα εκατομμύρια γιούρο με απολύτως αδιαφανείς διαδικασίες πριν λίγους μόνο μήνες, αυτή τη στιγμή βρίσκεται στη φυλακή. Σε μια χώρα που εκεί που εγώ πετάω τα σκουπίδια μου, άλλοι στρώνουν το τραπέζι τους. Σε μια χώρα που διαπομπεύονται οι οροθετικές πόρνες και προστατεύονται οι νταβατζήδες τους. Σε μια χώρα που μια εφημερίδα δημοσιεύει εξώφυλλα τέτοια, που ακόμη και ο Γκέμπελς θα αισθανόταν συστολή να τα συντάξει και ανταμοίβεται από τον αιμοδιψή λαό με τον μεγαλύτερο αριθμό πωλήσεων. Σε μια χώρα που η δολοφονία μετανάστη για μια προσπέραση σε λίγο θα δικάζεται βάσει κώδικα οδικής κυκλοφορίας και όχι βάσει του νόμου περί ρατσιστικών εγκλημάτων. Σε μια χώρα όπου ο μεγαλύτερος εγκληματίας που καταδικάστηκε ποτέ είναι μια ζαρντινιέρα. Σε μια χώρα που οι περισσότεροι θέλουν να γίνουν όταν μεγαλώσουν αυτό που εγώ σιχαίνομαι. Σε μια χώρα που ο Τζάνγκο δε θα σπάσει ποτέ τις αλυσίδες του και δε θα αγκαλιάσει ποτέ τη Βρουχίλδη του...

...τα ψωμιά μου είναι μετρημένα.

Από τη Σπάρτη στο Παγκράτι

Η πρώτη εν Αθήναις συναυλία του φίλου Μιχάλη Τσαντίλα το προηγούμενο Σάββατο στο cafe Alavastron του Παγκρατίου, είχε χαρακτήρα πραγματικά μυσταγωγικό για πολλούς και διάφορους λόγους. Για το ότι είχα να τον ακούσω να παίζει ζωντανά μουσική και να τραγουδά από την προηγούμενη χιλιετία. Για το ότι αφορμή για την εμφάνισή του ήταν η κυκλοφορία του πρώτου του δίσκου. Για το ότι συνοδοιπόροι του επί σκηνής ήταν μουσικοί γνωστοί μου από τα παλιά, όλοι Σπαρτιατες και όλοι ανθιστάμενοι με κάθε μέσο στην πολιτισμική παρακμή της γενέτειράς μας -αυτής που το φιλόμουσο κοινό της κατάφερε με την συμπεριφορά του προ μηνών να κάνει τον Παύλο Παυλίδη να ακούει για Σπάρτη και να φτύνει τον κόρφο του. Για το ότι επέλεξε έναν χώρο, ο οποίος αν και φαντάζει ελαφρώς γερασμένος και παρατημένος -εγώ προσωπικά δεν μπορώ να εντοπίσω ούτε μία διαφορά σε σχέση με το 1999 όταν και πρωτοπάτησα εκεί-, συνεχίζει να έχει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα προγράμματα και μάλιστα σε σχεδόν καθημερινή βάση. 
Στο προκείμενο τώρα. Τέσσερις καταπληκτικοί μουσικοί, ο Μιχάλης Τσαντίλας στη φωνή, τα πλήκτρα και την κιθάρα, ο Χρήστος Σπυράκης στην κιθάρα και τη μουσική επιμέλεια του εγχειρήματος, ο Γιάννης Δαμιανός στο μπάσο και ο Ιάσωνας -χρωστάω ακόμα στον πατέρα του ένα πεταλάκι κιθάρας- Κυριακόπουλος στα τύμπανα. Ένα εξαιρετικά εκτελεσμένο, φωτεινό σετ διάρκειας περίπου δύο ωρών (ίσως και κάτι παραπάνω) με τα τραγούδια του δίσκου του, αλλά και διασκευές σε γνωστά ελληνικά και ξένα τραγούδια. Κορυφαίες στιγμές αυτά που ήδη έχω ξεχωρίσει και αγαπώ από το δίσκο (Τι κι αν, Αρχάγγελος, Μια σκιά, Forgive Me, Take Me Away) καθώς και η πολύ γεμάτη εκτέλεση στη Δεύτερη Ευκαιρία και από τις διασκευές η "κιθάρα-φωνή" ερμηνεία του όλο και πιο επίκαιρου πανουσιακού Είμαι Γυφτάκι, το Αερικό του Θανάση Παπακωνσταντίνου (κομψοτέχνημα το σόλο του Σπυράκη) και το Come Together των Beatles με το jamming στο φινάλε. Επειδή ο λαός απαιτούσε κι άλλο, ο καλλιτέχνης, μας αποζημίωσε με δύο ακόμη τραγούδια, ένα των Beatles κι ένα του Φοίβου Δεληβοριά.
Δεν έχω κάτι άλλο να γράψω, παρά μόνο τούτο. Δε νομίζω ότι κανείς έφυγε από το Alavastron με σκιές στο μυαλό. Τα περάσαμε όμορφα, πραγματικά όμορφα. Και εις άλλα με υγεία.


Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

Φοβού

Να φοβόμαστε το λευκό το χιόνι, μην παγώσουμε... 
Να φοβόμαστε τη δροσερή τη βροχή, μην βρεχτούμε...
Να φοβόμαστε τον ζεστό τον ήλιο, μην καούμε... 
Να φοβόμαστε να παίξουμε, μην μας πουν χασομέρηδες...
Να φοβόμαστε να απεργήσουμε, μην μας πουν τεμπέληδες...
Να φοβόμαστε να ανάψουμε το τζάκι, μην μολύνουμε... 
Να φοβόμαστε να γελάσουμε, μην μας πουν ανώριμους... 
Να φοβόμαστε να κλάψουμε, μην μας πουν αδύναμους... 
Να φοβόμαστε να φωνάξουμε, μην μας πουν απολίτιστους...
Να φοβόμαστε να διεκδικήσουμε, μην μας πουν συντεχνία...
Να φοβόμαστε να διαδηλώσουμε, μην δημιουργήσουμε κακή εντύπωση...
Να φοβόμαστε να κρίνουμε, ίνα μην κριθούμε...

Να φοβόμαστε γενικώς. Μέχρι παράλυσης.

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

Το σκότωμα

Ανέβαινε την ανηφόρα ζαλωμένος ο μπαρμπα-Πότης. Τι μέρος του λόγου ήτανε; Αγωγιάτης ήτανε, από τον Μυστρά. Αριστερός ήτανε, κουμάντο στο Μυστρά τότε κάνανε οι Χίτες. Πριν και από τη μάχη του Μυστρά. Όπου τονε πετυχαίνανε, τονε βαρήγανε. είχε μάσει στυλιάρι σωρό. Πού τα ξέρω 'γω αυτά; Εγώ, αγαπητέ, γεννήθηκα και μεγάλωσα μέσα στο κάστρο του Μυστρά. Μέσα! Πλάι στα ξωκλήσσια! Εγώ είμαι γνήσια Μυστριώτισσα, όχι τάχαμου-τάχαμου. Άκου τώρα, γιατί έχω και δουλειές, έχω κατσαρόλα αφημένη στη φωτιά. Ανέβαινε και βαρυγκόμαγε ο μπαρμπα-Πότης για να βγει στη δημοσιά. Κατά που βγαίνει στο σκότωμα του Βλασσόπουλου -ξέρεις πού είναι, δεν ξέρεις; όχι δα!- κάνουν και πετάγονται μέσα από τους μπαξέδες κάτι γομάρια. Αμπέχονα, φυσεκλίκια, ντουφέκια, κει να δεις πράματα. "Τι 'σαι συ ρε;" του λένε. Τους κοιτάει με μάτια κουρασμένα ο μπαρμπα-Πότης, σκύβει και πέφτει στα γόνατα. "Βαρείτε", τους λέει. Τονε κοιτάνε τα γομάρια σαστισμένα, τονε ξαναρωτάει το πιο γομάρι απ' όλα. "Ρε τι 'σαι συ;" του γρυλίζει. Και λέει ο μπαρμπα-Πότης: "Ότι και να πω, με όποιους και να είμαι, ξύλο θα φάω. Οπότε, βαρείτε να τελειώνουμε". Και τον πελεκήσανε. Ξανά και ξανά. Κι έρχομαι εγώ και σε ρωτάω. Για το λόγο ποιόνε;

Η γιαγια εξιστορεί περιστατικά ανεκτίμητης αξίας από τα χωριά στους πρόποδες του Ταϋγέτου. Υπεύθυνος για την απόδοση ο εγγονός.

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

All we love we leave behind...

Λίγες μέρες πριν το γύρισμα του χρόνου, συνέλαβα εαυτόν να στέκει αποσβολωμένος με το άκουσμα του τελευταίου δίσκου των Converge. Αισθανόμενος λίγος, ανεπαρκής κι εκτός γνώριμων υδάτων ώστε να συντάξω ακόμη και δυο αράδες για αυτόν, ζήτησα από τον καρδιακό μου φίλο και φανατικό οπαδό των Converge Σάκη Γεροντίδη να γράψει αυτός μια κριτική. Μου πρόσφερε κάτι πολύ περισσότερο. Τον θαυμάζω -όπως μου αρέσει να θαυμάζω τους δικούς μου ανθρώπους- και τον ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου. Είναι ο δικός μου Kurt Ballou. Είναι αδερφός. Χρόνια καλά σε όλους. 

Με πολλή χαρά (απο)δέχθηκα την 28η Δεκεμβρίου 2012 την πρόταση του φίλου μου Κώστα, να γράψω μία παρουσίαση του νέου άλμπουμ των Converge, για να την αναρτήσει στο ιστολόγιό του. Η ιδέα έσκασε right on time, γιατί εδώ και μέρες είχα νιώσει την ανάγκη να εκφραστώ συγγραφικά σε ένα μη νομικό, προσωπικό κείμενο. Το bluesundertheredsun.blogspot.com, αποτέλεσε το ιδανικό περιβάλλον, γιατί είναι το ένα από τα (μόλις) δύο ιστολόγια που παρακολουθώ συστηματικά, εκ των οποίων δε το μόνο που ανανεώνεται / εμπλουτίζεται συχνά.  
Το ερώτημα που με απασχόλησε μετά την αυθόρμητη καταφατική απάντησή μου, είχε να κάνει με το ύφος που η παρουσίαση θα μπορούσε να λάβει. Θα παρουσιάζει τον δίσκο ως αντι-κείμενο ή υπο-κείμενο; Η απάντηση στηρίχθηκε σε δύο δεδομένα:
α) Στην επί χρόνια συναναστροφή μου με το χώρο της μουσικής δημοσιογραφίας, που με έπεισε ότι σχεδόν κανείς δε γράφει για τη μουσική χάριν της μουσικής, αλλά για να καλύψει άλλες ανάγκες, άλλοτε του «γίγνεσθαι» ή του «είναι», και άλλοτε του «φαίνεσθαι».
β) Στο ότι η πολυσυλλεκτικότητα του ιστολογίου, ως διαδικτυακός αντικατοπτρισμός «του πνεύματος της οδού Θερμοπυλών», επιτρέπει, αν δεν επιβάλλει, το να γράφεις όχι μόνο ό,τι θες, αλλά όπως το θες.
Κατόπιν αυτών, και ξεκινώντας, σας λέω ότι δε θα γράψω πως ακούγεται ο νέος δίσκος των Converge, αλλά πως ακούω τον νέο δίσκο των Converge. Δε θα αναφερθώ στο σύνολο της μουσικής, εικαστικής και στιχουργικής δημιουργίας ως αισθητικό αποτέλεσμα. Αλλά στο κράμα εμπειριών που θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχει στον ακροατή, ώστε το άλμπουμ να του μιλήσει, όσο και όπως μίλησε σε εμένα.
Για τις ανάγκες της (κατά το δυνατόν συνοπτικής) παρουσίασης και μόνο, οι υποψήφιοι ακροατές χωρίζονται σε δύο ανθρωποτύπους, τα ειδοποιά χαρακτηριστικά των οποίων αντιπαραβάλλονται.
Έτσι υπάρχουν:
Εκείνοι που πήγαιναν σχολείο με το σχολικό, και εκείνοι που πήγαιναν πεζή με την παρέα τους, ακόμη και όταν έβρεχε.
Εκείνοι που έπαιξαν για πρώτη φορά αθλήματα στα γήπεδα αθλητικών συλλόγων, και εκείνοι που «έστησαν» τέρματα στις αλάνες και καλάθια στα περβάζια παραθύρων.
Εκείνοι που διάβασαν λογοτεχνία για να προετοιμαστούν για τη μελλοντική ζωή, και εκείνοι που διάβασαν για να εξηγήσουν την ενεστώσα ζωή.
Εκείνοι που έριξαν/έφαγαν για πρώτη φορά μπουνιά σε videogame, και εκείνοι που την έριξαν, την έφαγαν, και το πιο ανατριχιαστικό, την άκουσαν για πρώτη φορά στο δρόμο.
Εκείνοι που μπήκαν στο πανεπιστήμιο για να βρουν μια δουλειά, και εκείνοι που μπήκαν γιατί διερευνούσαν έναν ακόμη πιθανό τρόπο έκφρασης/εξέλιξης.
Εκείνοι που ενδόμυχα νιώθουν οικεία με την περσόνα του Christian Bale στο American Psycho, και εκείνοι που, αν και ενδεχόμενα το ίδιο «επιτυχημένοι», καίνε τις δάφνες (της ματαιότητας) του κοινωνικού στάτους, και βρίσκουν περισσότερο από τον εαυτό τους στο ‘A bout de souffle.
Εκείνοι που αν και κορίτσια και αγόρια, υποδύονται τις γυναίκες και τους άνδρες, και εκείνοι που αν και γυναίκες και άνδρες, υποδύονται τα κορίτσια και τα αγόρια, γιατί αντιμάχονται στην παιδικότητα, την υπαρξιακή μοναξιά της ενηλικότητας...
Οι πρώτοι, θα τα καταφέρουν στη ζωή τους. Οι δεύτεροι, θα ζήσουν τη ζωή τους. Θα πληγωθούν, θα πληγώσουν, θα πληγωθούν.
Οι πρώτοι, θα «εκτιμήσουν» το “All we love we leave behind”, και θα καταναλώσουν, όπως το οτιδήποτε, έτσι και αυτό. Οι δεύτεροι, θα το αγαπήσουν. Και θα ζήσουν με αυτό.
Γιατί έχει τα όλα τα φάρμακα της Τέχνης, που «κάμνουνε – για λίγο- να μη νοιώθεται η πληγή».