Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Υπέροχο, γυαλιστερό μαύρο

Έχω την εντύπωση ότι δεν υπάρχουν ευτυχέστεροι ακροατές και φίλοι της μουσικής τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια από αυτούς που αγαπούν τη μαύρη μουσική, την αφροαμερικανική μουσική ή όπως θέλετε πείτε το, ώστε να μη σας κυνηγούν οι λάτρεις του πολιτικά ορθού λόγου, χωρίς φυσικά να αναφέρομαι στο προβαλλόμενο και υποστηριζόμενο από μέσα τύπου MTV καχέκτυπο. Ανήκωντας κι εγώ στη χορεία των ευτυχών, παρακολουθώ με δέος την άνθηση ενός δικτύου με ρίζες από το hip hop και την παρακαταθήκη του Gil Scott Heron και των Public Enemy, τις μεγάλες φωνές της soul, το funk του Cinton και τη jazz, με όλα αυτά τα ιδιώματα και τους εκπροσώπους τους να βρίσκονται σε έναν συνεχή διάλογο και ανταλλαγή στοιχείων με αποτέλεσμα ένα εκρηκτικό μείγμα. Η πρώτη μου επαφή με το πολιτιστικό φαινόμενο ήταν εντελώς τυχαία και συνέβη περίπου πριν δέκα χρόνια, όταν συνεπαρμένος από ένα εξώφυλλο που απεικόνιζε τρεις τύπους να ατενίζουν μια μεγαλούπολη. Η πόλη αποδείχθηκε ότι ήταν η Φιλαδέλφεια και, ακριβώς επειδή ήταν μεγαλούπολη, δεν ήταν η Νέα Φιλαδέλφεια. Οι τρεις τύποι που αγνάντευαν τους ουρανοξύστες, όλοι άξια τέκνα της πόλης, ήταν απο αριστερά προς τα δεξιά ο πιανίστας Uri Caine, ο ντράμερ Ahmir "Questlove" Thompson και ο μπασίστας Christian McBride. Έπρεπε να περάσουν κάποια χρόνια για να συλλάβω πόσο προφητικός ήταν ο δίσκος για τη συνέχεια, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο μεν Questlove είναι ο ντράμερ των Roots, παραγωγός στους περισσότερους και καλύτερους δίσκους της neo soul και του hip hop και ιδρυτικό μέλος της κολεκτίβας στην οποία οφείλεται εν πολλοίς αυτή η αναγένννηση της αφροαμερικανικής μουσικής, των Soulquarians, ενώ ο McBride είναι απλά ο καλύτερος μπασίστας της jazz επι γης εδώ και χρόνια. Η μία δεξαμενή από όπου το κίνημα αντλεί έμπνευση είναι τα μέλη των Soulquarians, με προεξάρχουσες φυσιογνωμίες την Erykah Badu και τους Bilal, Questlove, D'Angelo, J Dilla, Mos Def και κάμποσους ακόμα. Ειδικής αναφοράς χρήζει το πολυεργαλείο-μπασίστας Ουαλικής καταγωγής που ακούει στο όνομα Pino Palladino,  πρωτευόντως ως συνεργός σε πλείστα μουσικά θαυμαστά εγκλήματα, από την ανάσταση της καριέρας του John Mayer μέχρι τα αριστουργήματα του Roy Hargrove με τους RH Factor και δευτερευόντως γιατί είναι λευκός σαν μπουγάδα της μαμάς. Για την ιστορία, πολλοί από τους δίσκους που προέκυψαν από τα μέλη της κολεκτίβας ηχογραφήθηκαν στα ιστορικά Elecric Lady Studios του Jimi Hendrix. Η δεύτερη δεξαμενή δεν είναι άλλη από μια εξαιρετική φουρνιά νέων μουσικών της jazz, που πραγματικά έχουν απογειώσει το είδος με το νεωτερισμό τους στον ήχο και τη σύνθεση. Δώστε βάση στην πενιά (τους): Roy Hargrove, Robert Glasper, Karriem Riggins, Thundercat, Jamire Williams, Chris Dave και βάλε, με τον Flying Lotus να κινείται εκεί κοντά στο δικό του θαυμαστό σύμπαν. Το εξαιρετικά ενδιαφέρον με τη νέα γενιά των μουσικών της jazz είναι ότι τροφοδοτεί με τα παιδιά της τα σχήματα μουσικών κολοσσών του είδους ενισχύοντας έτσι τη συνέχεια της αφροαμερικανικής μουσικής και τους δεσμούς της με το ένδοξο παρελθόν. Έτσι, θα συναντήσετε τον Roy Hargrove στους πρόσφατους δίσκους του Sonny Rollins ή τον Jamire Williams στο εξαιρετικό περσινό The Healer του Dr. Lonnie Smith. Τρανά παραδείγματα της όσμωσης αποτελούν το ντεμπούτο της Badu ονόματι Baduizm, όπου φιλοξενούνται η τρομπέτα του Hargrove από τη νέα γενιά αλλά και οι ιστορικές φυσιογνωμίες των Ron Carter στο μπάσο και του Roy Ayers στο βιμπράφωνο αλλά και το περσινό πόνημα του Glasper όπου παρελαύνουν όλοι οι σπουδαίοι της neo soul. Παρεμφερείς ενδιαφέρουσες συναντήσεις συναντά κανείς στο Voodoo του D'Angelo ή στο Hard Groove του RH Factor.
Ανεξάρτητα από τις πιθανές ενστάσεις περί "καθαρότητας των ειδών", η σύγχρονη σκηνή της αφροαμερικανικής μουσικής φαίνεται να αποκαθιστά την πληγείσα εικόνα της μαύρης κοινότητας που για χρόνια οριζόταν από το δίπολο στην μία άκρη του οποίου έστεκε το γκέτο και στην άλλη η χλιδή και ο μάτσο σεξισμός. Ίσως αυτή η έκρηξη δημιουργικότητας να δημιουργεί ένα πιο πρόσφορο έδαφος για συζητήσεις όπως αυτές που άνοιξαν πρόσφατα σε μεγάλα μέσα ενημέρωσης (τα σχετικά άρθρα εδώ κι εδώ) και αφορούσαν την μεροληπτική υποεκπροσώπηση έργων αφροαμερικανών μουσικών στο ρεπερτόριο συμφωνικών ορχηστρών στις Ηνωμένες Πολιτείες.      

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Which side are you on?

Ούτε κατά παραγγελία να ερχόταν. Μιλάω για το ντοκιμαντέρ "Ταξισυνειδησία", το οποίο προβάλλεται εδώ και κάποιες εβδομάδες στις κινηματογραφικές αίθουσες και ασχολείται, όπως αναφέρει και το σχετικό δελτίο τύπου, με την ιστορία του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού από την εποχή της μαζικής μετανάστευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες έως και την περίοδο του Μαρκαρθισμού. Και λέω ούτε κατα παραγγελία, γιατί πραγματεύεται στην ουσία δύο ιστορικά φαινόμενα με κοινό χαρακτηριστικό, ανάμεσα στα άλλα, και το δικό μου προσωπικό ενδιαφέρον για αυτά. Το ένα αφορά εν γένει τα προοδευτικά κινήματα και την Αριστερά στην Αμερική κατά τον εικοστό αιώνα, την τεράστια ιστορία των οποίων εργολαβικά έχουν αναλάβει να αποδομήσουν ή να λειάνουν τις επικίνδυνες για το συλλογικό πολιτικό αισθητήριο πτυχές τους τα καθεστωτικά αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, ιστορικοί και λόμπι. Το πλέον ηχηρό παράδειγμα που μπορώ να ανακαλέσω είναι η διαφορετική ανάγνωση της ανόδου στην εξουσία του Φ. Ρούσβελτ και της εφαρμογής του περίφημου New Deal με σκοπό την ανάσχεση της Μεγάλης Ύφεσης, σχέδιο το οποίο από μεν την καθεστηκυία τάξη θεωρείται περίπου κάτι σαν προσφορά του μεγάλου ηγέτη στον ρημαγμένο αμερικανικό λαό, από τους εναλλακτικούς ιστορικούς δε (βλ. Howard Zinn) αποτιμάται ως υποχώρηση και παραχώρηση του κατεστημένου απέναντι στη διαρκώς αυξανόμενη πίεση που του ασκούσαν μαχητικά συνδικάτα και οργανώσεις από τα αριστερά του πολιτικού φάσματος. Η διήγηση αυτή έγινε σταδιακά όλο και περισσότερο άβολη με τα χρόνια με αποτέλεσμα να εκδιωχθεί στο περιθώριο και τη λήθη καθώς ήταν ασύμβατη με τα κελεύσματα του Αμερικανικού Ονείρου. Τι έμεινε πίσω; Η εικόνα ενός χαρούμενου εργάτη να απολαμβάνει τα αγαθά του καπιταλισμού, του ανθρωπιστή εργοδότη και η μετατροπή της εξαίρεσης που ήθελε κάποιους λίγους επιτυχόντες υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες στον κανόνα-πρότυπο για τους υπόλοιπους. Το δεύτερο ιστορικό φαινόμενο, το οποίο στην ουσία έλαβε χώρα εντός του πρώτου και όχι ανεξάρτητα από αυτό, είναι αυτό ακριβώς που πραγματεύται το ντοκιμαντέρ. Οι άγνωστες πτυχές του ελληνοαμερικανιικού εργατικού κινήματος, που κείτονται θαμένες κάτω από ιστορίες για αγρίους, αυστηρά με happy end και πρωταγωνιστές ελληνικές πιτσαρίες, μπρούκληδες, γελαδάρηδες, ντάηνερ, γκρηκ τζάηρο, ελληνορθόδοξες εκκλησίες κατάμεστες από κακούγουστα κοστούμια και τουαλέτες και γενικά μια μακάρια αποχή από το κοινωνικό γίγνεσθαι. 
Το ντοκιμαντέρ τελεί υπό την αιγίδα της μη κερδοσκοπικής εταιρίας "Αποστόλης Μπερδεμπές" που έχει συσταθεί στη μνήμη του μετανάστη ακτιβιστή που δραστηριοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του '70. Μετά την ενδελεχή παρακολούθηση του ντοκιμαντέρ από μέρους μου, θα αναρτηθεί στο ιστολόγιο συζήτηση με προσωπικό φίλο του Μπερδεμπέ από τα χρόνια του Μεγάλου Μήλου, η οποία προβλέπεται λίαν ενδιαφέρουσα.          


Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

...All of which are american dreams...

Τι μεσολάβησε από την αυθεντική εμφάνιση την 14η Ιουνίου του 2000 μέχρι το προ ημερών αξιοπρεπέστατο αφιέρωμα των Καπηλίδη, Βήχου, Φράγκου και Παπάζογλου; Ή μάλλον, τι μεσολάβησε από τις αρχές της δεκαετίας του '90, όταν η μαμά μου ανέβαινε στην Αθήνα και περνούσε από το ακμαίο τότε Μετρόπολις φέρουσα σκονάκι με τους δίσκους που όφειλε να προσκομίσει αμά τη επιστροφή της στην κοιμώμενη επαρχία, μεταξύ των οποίων δέσποζε αυτός που στο ασπρόμαυρο εξώφυλλο απεικόνιζε έναν μοναχό παραδομένο στις φλόγες, μέχρι και σήμερα; Τι έχω να θυμάμαι από αυτά τα περίπου είκοσι χρόνια, που δίχως άλλο κορυφώθηκαν τότε στην Πετρούπολη, σε ένα θέατρο που έβραζε τόσο που σχεδόν έλιωναν τα πέριξ νταμάρια; Τότε που για ενενήντα λεπτά βρεθήκαμε αιχμάλωτοι του πιο οργισμένου groove; Τότε που η ευρισκόμενη στο απόγειό της τετράδα επισκέφθηκε μια χώρα, της οποίας το κοινό έμελλε δεκατρία χρόνια μετά να έχει ανάγκη το κήρυγμά της περισσότερο από ποτέ, σίγουρα όχι για να το σώσει αλλά απλά και μόνο για να λυτρώσει την ψυχή του; Τι μεσολάβησε από τον σκυθρωπό και σεληνιασμένο νεαρό Zack De La Rocha του 1993 στον σαφώς πιο χαμογελαστό αλλά εξίσου σεληνιασμένο Zack De La Rocha του Battle of Britain το 2010, εκτός από την επί τα βελτίω αλλαγή στην κόμη; Με λίγα λόγια, τι γράφει ο έλεγχος των Rage Against The Machine εκτός από τις άκρως τιμητικές κατηγορίες για κακή διαγωγή;
Γράφει, λοιπόν, για έναν από τους πιο νεωτεριστές κιθαρίστες της τελευταίας εικοσαετίας. Κανείς, μα κανείς δεν παίζει κιθάρα σαν τον Morello. Δεν εννοώ καλύτερα ή χειρότερα. Μιλάω για τον τρόπο που χρησιμοποιεί το όργανο. Γράφει για έναν εκρηκτικό frontman, έναν οδοστρωτήρα επί σκηνής, έναν γλυκύτατο άνθρωπο κάτω από αυτή, που έμπαινε συχνά-πυκνά στο ρόλο του ρεπόρτερ για να πάρει συνέντευξη από τον Noam Chomsky ή από τους Ζαπατίστας, ή να διαμαρτυρηθεί για τα δικαιώματα των ιθαγενών, για ζητήματα δηλαδή τα οποία τύγχαναν ελάχιστης προβολής από τα αμερικανικά ΜΜΕ. Γράφει για ένα από τα πιο δεμένα και groovy rythm sections. Γράφει για κάποιες από τις πιο δαιμονιώδεις ζωντανές εμφανίσεις. Γράφει για τους πύρινους στίχους που έφτυνε με μίσος ο De La Rocha, χρησιμοποιώντας την αγγλική γλώσσα σε υψηλότατο επίπεδο, σε πείσμα όσων πιστεύουν ότι το τραγούδι διαμαρτυρίας περιορίζεται στα fuck και στα shit. Γράφει για έναν εκπληκτικό δίσκο με διασκευές, ο σκοπός του οποίου είναι να κοινωνήσει στο ακροατήριό τους όλους αυτούς που οι ίδιοι ένιωθαν ως καλλιτεχνικούς πατέρες τους, είτε αυτοί λέγονταν Dylan είτε MC5. Γράφει για ένα ιστορικό χτύπημα που έφεραν στη μουσική βιομηχανία και στον Simon Cowell το 2009 όταν η καμπάνια που οργάνωσαν θαυμαστές τους με σκοπό να εκθρονίσουν με το Killing In The Name την μπούρδα του X Factor από την κορυφή των χριστουγεννιάτικων charts στέφθηκε με επιτυχία. Αλλά βασικά γράφει για στιγμές σαν αυτή.


  
 Yes, I know my enemies They're the teachers who taught me to fight me, compromise, conformity, assimilation, submission, hypocrisy, brutality, the elite
All of which are American dreams

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Τα ντόνατς του J Dilla

Από μικρός θυμάμαι να μου άρεσαν τα κολάζ. Μου άρεσε να χαζεύω να ζευγαρώνουν μέσα τους ταιριαστά ή και αταίριαστα θέματα, μου άρεσε πώς συχνά έκλειναν πονηρά το μάτι στο κιτς. Είχα φτιάξει κι εγώ ένα δικό μου πάνω σε ένα μαύρο χαρτόνι, αφού είχα πετσοκόψει διάφορα καλλιτεχνικά ένθετα εφημεριδων, κόμικς ή περιοδικά για κιθάρες για να προκύψουν οι πρώτες ύλες της αρεσκείας μου. Το είχα ντύσει και με αυτοκόλλητο πλαστικό απ' αυτά που σου έντυνε η μαμά σου βιβλία και τετράδια κάθε Σεπτέμβρη για να κάνω τους ήρωές μου αλεξίσφαιρους και άτρωτους. Το αγαπούσα εκείνο το κολάζ παρά τις ατέλειές του για τις οποίες ευθυνόταν εν μέρει η ανικανότητα ενός αριστερόχειρα να κόψει με ψαλίδι για δεξιόχειρες -τις στραβοκομμένες φιγούρες και τις εγκλωβισμένες φυσαλίδες αέρα κάτω από το πλαστικό- και το πήρα μαζί μου όταν έφυγα από την τιμημένη Θερμοπυλών και ανέβηκα στην Αθήνα. Δεν το έχω πια, κάπου το δώρισα. Ευχή και κατάρα δίνω σε όποιον ή όποια το έχει να μην του κάνει κακό, είναι σπάνιο κειμήλιο της ελάχιστα καλλιτεχνικής πλευράς μου. Η εμμονή μου τροφοδοτήθηκε ακόμη περισσότερο όταν επισκέφτηκα πριν κάποια χρόνια το Παρίσι και τις ημέρες εκείνες το Pompidou φιλοξενούσε μια τεράστια έκθεση-αφιέρωμα στους DaDa. Εκεί να δεις κολάζ, εκεί να δεις οργισμένους καλλιτέχνες του Μεσοπολέμου να αποδομούν με ανίερο και χλευαστικό τρόπο την αστική κουλτούρα, να φτύνουν κατάμουτρα την μπελ επόκ και από τα συντρίμια του Μεγάλου Πολέμου να σκαρώνουν αριστουργήματα. Ούτε καν με πτόησε το γεγονός ότι, απ' όσους φίλους επισκέφτηκαν την έκθεση, μόνο εγώ ενθουσιάστηκα τόσο. Ούτε καν καταδέχτηκα να απαντήσω στις αιτιάσεις τους ότι το κολάζ δεν είναι τέχνη. Συγνώμη που βαριέμαι τα ιμπρεσιονιστικά ποταμάκια και νούφαρα, αλλά χέστηκα. Για μένα είναι και δεν ξέρω ποια καλή νεράιδα με έστειλε πάνω του, αλλά στο πρόσωπο του μακαρίτη J Dilla και ειδικά στο τελευταίο αριστούργημα της ζωής του με τίτλο Donuts, βρήκα το μουσικό ανάλογο της αγαπημένης μου τεχνοτροπίας. O J Dilla σέρβιρε τα τριανταένα λαχταριστά του ντόνατς σε ηλικία τριανταδύο ετών, λίγες μέρες μόνο πριν καταλήξει από επιπλοκές χρόνιας νόσου. Ο άνθρωπος που με τη δημιουργικότητά επανέφερε την τιμημένη πόλη του Ντιτρόιτ και πατρίδα της Motown ξανά στο προσκήνιο μετά από χρόνια για λόγους εντελώς διαφορετικούς από αυτούς με τους οποίους είχε ταυτιστεί για καιρό, όπως η ανεργία, οι κοινωνικές αναταραχές και η General Motors, ηχογράφησε το μεγαλύτερο μέρος του αριστουργήματος όντας κλινήρης και σωματικά εξαντλημένος μεν, με την εμπνευσή του στο ύψιστο δε. Από την πραγματικά αχανή δισκοθήκη του -την οποία μπορείτε να απολαύσετε εδώ- ανασύρει πραγματικά διαμάντια και τα χρησιμοποιεί σαν samples πάνω στα δικά του beats και μπασογραμμές. Παρελαύνουν χορεύοντας λοιπόν στο μοναδικό αυτό κολάζ ο Zappa με τον Shuggie Ottis, ο James Brown με τους Kool and The Gang, ο Stevie Wonder με τους Mountain στους ρυθμούς ενός τυπάκου που έχαιρε και χαίρει αναγνώρισης απο καλλιτέχνες ολόκληρου του μουσικού φάσματος που με το έργο του προσπάθησε να ενοποιήσει, από τη τζαζ μέχρι το χιπ χοπ. Γιατί η Μουσική είναι Μία. Και, όπως υπερθεματίζει και η φίλη του Erykah Badu στην αφιέρωση ενός πίνακα ζωγραφικής που του χάρισε: "Music Is Love, Ain't Nuthin Real But Love"