Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Τι την έκανε τη μπάλα ο Θεός;

Από μικρός είχα μια ευκολία να προδίδω χωρίς ιδιαίτερες τύψεις τα λάβαρα και τις σημαίες. Ήμουν από αυτούς που υποστήριζα άλλη ομάδα στο ποδόσφαιρο, άλλη ομάδα στο μπάσκετ. Μη σου πω και άλλη ομάδα στο βόλεϋ, όταν στην Ορεστιάδα έπαιζε ο μακαρίτης ο Νίκος Σαμαράς, τότε που η Θράκη φάνταζε για μένα πιο μακριά και από τις νήσους Πάσχα, τότε που ούτε που φανταζόμουν ότι μετά από χρόνια θα πίνω φραπέδες στην κεντρική πλατεία της πόλης προάγοντας τον λεγόμενο στρατιωτικό τουρισμό. Έτσι λοιπόν, υποστήριζα Ολυμπιακό στη μπάλα και Παοκ στο μπάσκετ. Συγχωρήστε με αγαπητοί φανατικοί, αλλά από τον αγαθό γίγαντα Καμπούρη και τον Παπαδάκο, προτιμούσα τον Μπάνε, τον Μπάρλοου και τον ιπτάμενο Κλιφ Λίβινγκστον. Υποστήριζα τον Πάοκ εν γνώσει μου ότι τα κατορθώματα του αιώνιου αντιπάλου Άρεως θα ήταν αξεπέραστα. Ίσως ενδόμυχα υποστήριζα τον Πάοκ επειδή τον Άρη τον αποκαλούσαν αυτοκράτορα. Δεν ήμουν ο μόνος προδότης στη γειτονιά, μου έρχονται στο μυαλό τουλάχιστον αλλοι τρεις αδερφικοί φίλοι που έκαναν το ίδιο γούστο, με διαφορετικούς ίσως συνδυασμούς ομάδων. Υπήρχε και χειρότερος, που άλλαζε ομάδα κάθε δυο-τρία χρόνια μέχρι να καταλήξει στην Άεκ. Ποτέ κανείς μας δεν υπήρξε αντικείμενο χλευασμού. Ίσως σε αυτό να βοήθησε η ανεξιθρησκία της υπέροχης παιδικής γειτονιάς μου. "Κώστα, ο Σάκης από σήμερα παύει να είναι Πανιώνιος". "Και τι θα γίνει"; "Άεκ, λέει". "Α, οκέη". Κάπως έτσι και τόσο απλά. Και παίζαμε, και χτυπιόμασταν, και νύχια ξεκόλλησαν στις πέτρες, και δόντια έσπασαν στα τουράκια, και αρπαζόμασταν για λίγο, και βολτάραμε με τα μπιεμεξ ποδήλατα, και ξυπνούσαμε με βαριά καρδιά να πούμε τα κάλαντα αποκλειστικά και μόνο για την κονόμα, άλλοι έφτιαχναν σπαθιά, άλλοι αυτοανακηρύσσονταν Ά Μέγας Βασιλιάς, Β' Μέγας Βασιλιάς και πάει λέγοντας μέχρι να μείνουν όλοι ικανοποιημένοι. Και γίνονταν όλα αυτά στο δρόμο. Το πόσο λίγο ήμουν σπίτι μου εκείνα τα χρόνια το διαπίστωσα πολύ αργότερα, τότε που σε παρέες όλοι μνημόνευαν την τάδε ή δείνα τηλεοπτική σειρά της κρατικής κι εγώ δεν ήξερα τη μαύρη τύφλα μου. Εντάξει, ήξερα ότι υπάρχει μια χώρα που την έλεγαν Φρουτοπία όπου έμενε ο Αιμίλιος το Μήλο, αλλά ως εκεί. Μάλλον όταν προβαλλόταν, έπαιζα ποδόσφαιρο με σπόντες -ντόπια αποκλειστικότητα- στον τάφο του Λεωνίδα. Ήξερα ότι ο Φιόγκος ήταν φα δίεση και ο Ρούχλας ήταν λα, αλλά για το πού τραγουδούσε ο Σεβαστιανός δεν είχα την παραμικρή ιδέα. Μάλλον θα έπαιζα μπάσκετ στο αυτοσχέδιο Μέλαθρο της αυλής του Ψηλού. Έπαιξα μπάσκετ και σε ασφάλτινα γήπεδα, και σε παρκέ, και σε ανοιχτά και σε κλειστά -ή ημίκλειστα αν αναλογιστεί κανείς το πόσο έσταζαν όταν έπιαναν οι μπόρες στη Λακεδαίμονα. Σαν του Ψηλού πουθενά και ο λόγος ήταν τελικά απλός. Γιατί παίζαμε το παιχνίδι που μας άρεσε, όπως θέλαμε εμείς. Σε ελεύθερη διασκευή που λένε και οι καλλιτέχνες. Ένα στεφάνι υπερβολικά χαμηλό για να καρφώνουν όλοι ή σχεδόν όλοι. Με ασαφή τα όρια του γηπέδου και την μπάλα να παίζει ακόμη και πίσω στον χορταριασμένο ακάλυπτο. Μπορούσες να σουτάρεις από όπου τράβαγε η ψυχή σου, ακόμη και πάνω από τη σιδερένια σκάλα. Δεν σφυρίζονταν σχεδόν ποτέ βήματα για όσους ήταν επιρρεπείς. Το παιχνίδι πρώτα, οι κανόνες ύστερα. Σε αυτό το μυθικό τερέν και σε όλα τα γήπεδα που βρέθηκα με φίλους για να παίξω μπάσκετ, όλοι μας δοκιμάζαμε από κάτι περίτεχνο. Τη σταυρωτή-και-αμέσως-πίσω-από-την-πλάτη ντρίμπλα του Ντράζεν. Την αλλού-κοιτάω-αλλού-τη-δίνω πάσα του Μάτζικ. Τα ραβερσέ του Τζαμπάρ. Το κάρφωμα με ανοιχτά τα πόδια του Τζόρνταν, όταν ήταν χαμηλή η μπασκέτα. Το αστείο στυλ του Τζον Κόρφα. Δε θυμάμαι, όμως, ποτέ και κανέναν να δοκίμασε να κάνει κάποιο από τα κόλπα του Γκάλη. Όλοι τον ήξεραν και αντιμετώπιζαν με δέος αλλά κανείς δεν τολμούσε να τον μιμηθεί. Πάλι μετά από καιρό, προσπάθησα να δώσω μια ερμηνεία και κατέληξα στο ότι το μεγαλείο του Γκάλη δεν μπορούσε να αναπαραχθεί χωρίς το μοναδικό φονικό του βλέμμα και χωρίς αντιπάλους απέναντί του. Όπως το τάνγκο θέλει δύο, όπως ο γκάνγκστερ ζει και αναπνέει μόνο όταν υπάρχουν μπάτσοι ή αντίπαλες συμμορίες, έτσι και ο Γκάλης ήθελε αντίπαλο, έναν ή πολλούς. Κάθε σπάσιμο της μέσης, κάθε ντρίμπλα που άφηνε τον αντίπαλο να χαζεύει την τριχωτή του πλάτη, είχαν χάρη όταν γίνονταν μόνο από τον Γκάλη. Τι γούστο θα είχε να επιχειρήσει κανείς το τριπλό σπάσιμο στον αέρα όταν θα έλειπαν οι Τσατσένκο και Βολκόφ; Πόση ομορφιά μένει σε μια προσποίησή του όταν δεν αφήνει αποσβωλομένο τον Κούκοτς; Δυο μέρες τώρα χαζεύω αποσπάσματα από την εκδήλωση που έγινε προς τιμή του και βουρκώνω. Ξέρεις γιατί; Γιατί όταν ήρθε ο Γκάλης στην Ελλάδα, έμοιαζε με το να παίρνεις έναν λευκό καρχαρία και να τον πετάς σε ένα ενυδρείο για μαρίδες. Οι δύο πιο πιθανές λύσεις στο πρόβλημα θα ήταν είτε ο καρχαρίας να πεθάνει ασφυκτιώντας, είτε να καταλάβει κανείς έγκαιρα το λάθος και να τον γυρίσει στον ωκεανό. Ο Γκάλης επιφύλλασε για τον ελληνικό αθλητισμό την πλέον σουρρεαλιστική λύση. Να μεγεθύνει μόνος του το ενυδρείο και να πάρει από το χεράκι τις μαρίδες και να τις κάνει πιράνχας. Κια ξέρεις επίσης για τι άλλο; Γιατί, αν και θα μπορούσε να είναι κορυφαίος παίζοντας στις μισές στροφές, προτίμησε σεβόμενος πρώτα απ' όλα τον εαυτό του, να έχει το υψηλότερο κίνητρο μέχρι την τελευταία στιγμή. Για αυτό και για μένα είναι ο κορυφαίος Έλληνας αθλητής όλων των εποχών. Οι άλλοι ας συμβιβαστούν με τον Κεντέρη και την ντριμ τημ της άρσης βαρών.

 

4 σχόλια:

  1. Nοσταλγία και συγκίνηση πραγματική. Όχι νοσταλγία που έχουμε επιβάλει να νιώθουμε για το παλιό εν γένει, για να βρίσκουμε διαφυγή από τον ενήλικο κόσμο που ντε και καλά δε μας αρέσει όπως τον κάναμε. "Tότε", ήταν πραγματικά "που ζούσαμε".
    Το πιο γαμάτο απ' όλα είναι ότι κανένα πιτσιρίκι της Θερμοπυλών δεν σκάμπαζε από σειρές και δεν έχει πολλά να πει σε τέτοιες κουβέντες.

    ΥΓ: οι τελευταίες γενιές επίδοξων μπαρλοου, ταρπλει κ.λ.π είχαν εφεύρει ένα ακόμη γαμάτο παιχνίδι, το λεγόμενο freeball

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτό στο περβάζι της πολυκατοικίας του Σάκη λες; Όντως, μοναδικής έμπνευσης παίγνιο αγαπητέ Συνόδαβ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν το πιστεύω ότιέτυχε μέχρι σήμερα να μην διαβάσω αυτό ακριβώς το κείμενο!

      Με υπερκαλύπτεις, αγαπημένε!

      Και πέραν του προωπικού, έχεις πολύ ωραία πένα στο ύφος Πετσετίδη, Ταμπούκι. Περιμένω να δω διήγημα.

      Διαγραφή
    2. Ε μεγαλε ξεχασες και το σουτ του μπανε απο τα σκαλια του τζανετακιου μελαθρου

      Διαγραφή